συμπίληση

συμπίληση
[-ις (-εως)] η
1) сжатие, прессование; 2) сваливание (волос, шерсти); 3) компиляция, компилирование

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "συμπίληση" в других словарях:

  • συμπίληση — η / συμπίλησις, ήσεως, ΝΜΑ [συμπιλῶ] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συμπιλώ …   Dictionary of Greek

  • συμπίληση — η συνένωση διάφορων πραγμάτων με τρόπο άτεχνο: Μια από τις θεωρίες που διατυπώθηκαν για τη δημιουργία των ομηρικών επών είναι και η θεωρία της συμπίλησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμπίλημα — το, ΝΜ [συμπιλῶ] καθετί που έχει σχηματιστεί με συμπίληση, μίγμα που έχει αποτελεστεί από συμπίεση διαφόρων πραγμάτων νεοελλ. μτφ. κείμενο που έχει προέλθει από συμπίληση, σύμφυρμα, συνονθύλευμα …   Dictionary of Greek

  • παρεκβολή — ἡ, ΜΑ [παρεκβάλλω] 1. παρέκβαση, απομάκρυνση, παρέκκλιση 2. συμπίληση, συλλογή κριτικών σημειώσεων, επιτομή («Εὐσταθίου παρεκβολαὶ εἰς Ὅμηρον») …   Dictionary of Greek

  • συρραφή — η, ΝΜΑ [συρράπτω] σύναψη με ραφή, ράψιμο νεοελλ. 1. (για σύγγραμμα) σύνθεση με ύλη από διάφορα συγγράμματα, συμπίληση 2. συνένωση τεμαχίων υφάσματος για κατασκευή ιστίων και σκηνών …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»